'ξερῶ

ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
pres imperat mp 2nd sg
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
pres ind act 1st sg (attic epic ionic)
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
pres subj act 1st sg (attic epic doric ionic)
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
pres ind act 1st sg (attic epic doric ionic)
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
pres imperat mp 2nd sg
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
pres subj act 1st sg (attic epic ionic)
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
pres ind act 1st sg (attic epic ionic)
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
ἐξερῶ , ἐξεράω
evacuate
imperf ind mp 2nd sg (homeric ionic)
ἐξερῶ , ἐξερέω
will speak
pres subj act 1st sg (attic epic doric)
ἐξερῶ , ἐξερέω
will speak
pres ind act 1st sg (attic epic doric)
ἐξερῶ , ἐξερέω 1
will speak
fut ind act 1st sg (attic epic doric)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ξέρω — ξέρω, παρατατ. ήξερα βλ. πίν. 217 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ξέρω — και ξεύρω και ηξεύρω (Μ ξέρω και ἠξεύρω) γνωρίζω, κατέχω (α. «νομίζει ότι τά ξέρει όλα» β. «καὶ σὺ οὐδὲ τὸν Ἀλφάβητον ἠξεύρεις συλλαβῆσαι», Πρόδρ.) νεοελλ. 1. έχω γνωριμία με κάποιον, γνωρίζω κάποιον, μού είναι γνωστός κάποιος 2. φρ. α) «δεν θέλω …   Dictionary of Greek

  • ξέρω — [ксэро] р. знать, уметь …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ξέρω — πρτ. ήξερα 1. γνωρίζω, μου είναι γνωστό κάτι: Ήξερε τι τον περίμενε. 2. μαθαίνω, πληροφορούμαι: Ξέρεις ότι δημοσιεύτηκε η προαγωγή σου; (δηλ. έμαθες, πληροφορήθηκες;) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γιγνώσκω — και γινώσκω (AM γιγνώσκω και γινώσκω) 1. φρ. «γνῶθι σ’ αὐτόν» γνώρισε, μάθε τον εαυτό σου 2. (μτχ. παθ. παρακμ.) εγνωσμένος, η, ο γνωστός, αποδεκτός νεοελλ. (με αρθρ. ως ουσ.) «το γνώθι σ’ αυτόν» η αυτογνωσία, η αυτεπίγνωση μσν. είμαι… …   Dictionary of Greek

  • οίδα — (ΑΜ οἶδα, Α αιολ. τ. ὄϊδα) 1. γνωρίζω, ξέρω (α. «ὅς ᾔδη τά τ ἐόντα τά τ ἐσσόμενα πρό τ ἐόντα», Ομ. Ιλ. β. «ἴστω ὑπὸ τοῡ ἀδελφοῡ ἀποθανών», Ηρόδ.) 2. φρ. α) «ἕv οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα» ένα πράγμα γνωρίζω, ότι τίποτε δεν γνωρίζω β) «οὐκ οἴδασι τί… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Φιλοσοφία και Σκέψη — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ Η φιλοσοφία ως κατανοητικός λόγος Όταν κανείς δοκιμάζει να προσεγγίσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, πρωτίστως έρχεται αντιμέτωπος με το ερώτημα για τη γένεσή της. Πράγματι, η νέα ποιότητα των φιλοσοφικών θεωρήσεων της… …   Dictionary of Greek

  • γνωρίζω — και εγνωρίζω και ηγνωρίζω (AM γνωρίζω, Μ και ἐγνωρίζω και ἠγνωρίζω) 1. έχω μάθει, ξέρω κάτι 2. έχω γνωριμία με κάποιον, ξέρω κάποιον 3. αναγνωρίζω, παραδέχομαι κάτι 4. καθιστώ γνωστό, ανακοινώνω κάτι σε κάποιον 5. επαναφέρω στη μνήμη μου,… …   Dictionary of Greek

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.